καταραμένος

καταραμένος
η, ο , κατάρατος, η , ο [ος , ον ] 1.
1) проклятый, заклятый;

καταραμένος να είσαι — будь проклят;

2) жуткий, который жутко вспомнить;

καταραμένα χρόνια — жуткие годы;

2. (ο ) чёрт, дьявол, сатана

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "καταραμένος" в других словарях:

  • καταραμένος — η, ο βλ. καταριέμαι …   Dictionary of Greek

  • καταραμένος — η, ο ο άξιος κατάρας, αναθεματισμένος: Να μην τον ξαναδώ μπροστά μου τον καταραμένο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άγιος — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 100 μ., 917 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ιστιαίας του νομού Ευβοίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αιδηψού. * * * ια και ία, ιο (AM ἅγιος, ία, ιον) 1. (για πρόσωπα) ενάρετος, ευσεβής 2. ονομασία τού Θεού, τού Πνεύματος, τών… …   Dictionary of Greek

  • καταριέμαι — και καταργιούμαι και καταρώμαι (AM καταρῶμαι, άομαι) 1. εκφράζω την επιθυμία να πάθει κάποιος κακό, ξεστομίζω κατάρα (α. «μην τόν καταριέσαι γιατί είναι παιδί σου» β. «τῷ δὲ καταρῶνται πάντες βροτοὶ ἄλγε ὀπίσσω», Ομ. Οδ.) 2. (μτχ. παθ. παρακμ.)… …   Dictionary of Greek

  • καταριέμαι — καταριέμαι, καταράστηκα, καταραμένος βλ. πίν. 69 Σημειώσεις: καταριέμαι : η μτχ. καταραμένος σημαίνει → αυτός που αξίζει κατάρες. Επίσης απαντάται η λόγια μτχ. ενεστώτα καταρώμενος, αλλά και η μτχ. της δημοτικής καταριώντας με ισοδύναμο νόημα… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • Avdeliodis — Dimos Avdeliodis (griechisch Δήμος (Αριστόδημος) Αβδελιώδης; * 1952 in Mesa Didyma) auf der griechischen Insel Chios ist ein Film und Theaterregisseur und Schauspieler. Dimos Avdeliodis studierte an der Philosophischen Fakultät der Universität… …   Deutsch Wikipedia

  • Dimos Avdeliodis — (griechisch Δήμος (Αριστόδημος) Αβδελιώδης, * 1952 in Mesa Didyma) auf der griechischen Insel Chios ist ein Film und Theaterregisseur und Schauspieler. Dimos Avdeliodis studierte an der Philosophischen Fakultät der Universität Athen,… …   Deutsch Wikipedia

  • άλαστος — ἄλαστος, ον (Α) 1. (για καταστάσεις) α. αλησμόνητος, αξέχαστος β. αφόρητος, δεινός 2. (για πρόσωπα) α. δημιουργός αλησμόνητων έργων, αλησμόνητος β. καταραμένος, άθλιος 3. (το ουδ. ως επίρρ.) τὸ ἄλαστον ακατάπαυστα 4. φρ. «ὀδύρομαι ἄλαστον», θρηνώ …   Dictionary of Greek

  • άτυχος — η, ο (Α ἄτυχος, ον) 1. αυτός που δεν έχει τύχη, κακότυχος 2. ο ταπεινής καταγωγής 3. εκείνος που δεν φέρνει καλή τύχη, καταραμένος 4. κακός, πονηρός 5. δύστροπος νεοελλ. ανέντιμος μσν. 1. ελεεινός, τιποτένιος 2. ανόητος 3. εξαντλημένος, αδύνατος …   Dictionary of Greek

  • αλιτηριώδης — ἀλιτηριώδης, ες (Α) [ἀλιτήριος] καταραμένος, ολέθριος, αποτρόπαιος …   Dictionary of Greek

  • αναθεματίζω — (Α ἀναθεματίζω) 1. καταριέμαι, βλασφημώ 2. (παθ. μτχ.) αναθεματισμένος, η, ο (αρχ. μσν. ἀνατεθεματισμένος, η, ον) ο άξιος κατάρας ή αποστροφής, καταραμένος (Εκκλ.) παραδίδω κάποιον στο ανάθεμα, αποκηρύσσω, καταδικάζω, αφορίζω αρχ. προσφέρω ως… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»